Πρόταση για Σύσταση Γραμματείας Πρόληψης, Αντιμετώπισης και Ανασυγκρότησης από Φυσικές και Ανθρωπογενείς Καταστροφές στο Υπουργείο Περιβάλλοντος

Πρόταση για Σύσταση Γραμματείας Πρόληψης, Αντιμετώπισης και Ανασυγκρότησης από Φυσικές και Ανθρωπογενείς Καταστροφές στο Υπουργείο Περιβάλλοντος

Το παρόν άρθρο προκρίνει τη
σύσταση μιας νέας Διεύθυνσης ή Γραμματείας
Πρόληψης, Αντιμετώπισης και Ανασυγκρότησης από Φυσικές και Ανθρωπογενείς
Καταστροφές η οποία θα υπάγεται στο Υπουργείο Περιβάλλοντος
ως την ορθή
θεσμική αναθεώρηση που πρέπει να συντελεστεί στη χώρα μας ώστε αυτή να
προστατευτεί καλύτερα από φυσικές και ανθρωπογενείς καταστροφές και να
αποφευχθούν στο μέλλον και άλλες τραγωδίες, όπως εκείνων των πυρκαγιών του 2007
στην Πελοπόννησο μέχρι την πλέον πρόσφατη στο Μάτι και τις πλημμύρες στην
Μάνδρα. Η νέα Διεύθυνση ή Γραμματεία στο Υπουργείο Περιβάλλοντος θα αναλάβει το
σημαντικότερο μέρος της οργάνωσης των προληπτικών μέτρων (prevention) και των μέτρων
αποκατάστασης (reconstruction)
πριν και μετά από τις φυσικές ή ανθρωπογενείς καταστροφές, ενώ είτε η ίδια είτε
ένα άλλο όργανο θα επιμελείται τον συντονισμό της ετοιμότητας και της ανταπόκρισης
(response)
 όλων των αρμόδιων σωμάτων σε αντίστοιχες
περιπτώσεις.

Προσφάτως ενημερωθήκαμε
για τη σύσταση από την Κυβέρνηση μιας Εθνικής
 Υπηρεσίας Διαχείρισης Εκτάκτων Αναγκών

υπαγόμενη στο Υπουργείο Εσωτερικών. Ενώ είναι προς τη σωστή κατεύθυνση η ίδρυση
μιας αποτελεσματικότερη μηχανής συντονισμού, αυτή δεν επαρκή. Σε αντίθεση με τους
κυβερνητικούς χαρακτηρισμούς της πρότασής τους ως μοντέρνας, ολιστικής και
ανταποκρινόμενης στα πλέον πρόσφατα παραδείγματα στο εξωτερικό, αυτοί οι
χαρακτηρισμοί δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Αντιθέτως η πρόταση για
την ίδρυση της Εθνικής Υπηρεσίας βασίζεται
σε συνήθη ή και παρωχημένα μοντέλα
και αντιλήψεις εστιάζοντας το έργο της
στην προετοιμασία για την ανταπόκριση (preparation for response) και στην ίδια την
ανταπόκριση (response)
σε περίπτωση φυσικών καταστροφών, κυρίως δηλαδή σε αυτή καθ’ εαυτή τη
διαχείριση κρίσεων, την ώρα που συμβαίνουν, καθώς και με τον συντονισμό των εμπλεκόμενων φορέων (Πυροσβεστική
Υπηρεσία, ΕΚΑΒ, ΕΛΑΣ, ΕΕΣ, Λιμενικό Σώμα, Εθελοντικά Σώματα, ΓΕΣ, ΓΕΝ, ΓΕΑ,
Δασική Υπηρεσία, τεχνικές υπηρεσίες και διευθύνσεις του υπουργείου Υποδομών), και των οργάνων της τοπικής αυτοδιοίκησης. Ο καλύτερος
συντονισμός των οργάνων, σε σχέση με το συντονισμό που υπάρχει σήμερα, είναι
αναγκαίος και επιβεβλημένος, αλλά δεν αρκεί. Αυτή η συνταγή την οποία προτείνει η Κυβέρνηση είναι καταδικασμένη στην
αποτυχία και σε επανάληψη τραγωδιών στη χώρα μας.
Ένα τέτοιο όργανο, όπως η
προτεινόμενη Εθνική Υπηρεσία Διαχείρισης Εκτάκτων Αναγκών, δεν επαρκεί από μόνο
του για να αποσοβήσει μια φυσική ή ανθρωπογενή καταστροφή, δηλαδή δεν μπορεί να
ανταποκριθεί στο κύριο μέλημα της Πολιτείας, το οποίο θα πρέπει να είναι η
πρόληψη. Σίγουρα δε δεν μπορεί να ανταποκριθεί στην μεσοπρόθεση και
μακροπρόθεση αποκατάσταση του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος την
επόμενη ημέρα της καταστροφής.

Η ως τώρα οργάνωση της
πρόληψης και της αντιμετώπισης των φυσικών και ανθρωπογενών καταστροφών σε
πολλά κράτη ανήκε στην αρμοδιότητα των Υπουργείων είτε Πολιτικής Προστασίας
είτε Εσωτερικών – σε λιγότερες περιπτώσεις – Αμύνης κ.α. Κατά τα τελευταία όμως
χρόνια το ζήτημα των φυσικών και
ανθρωπογενών καταστροφών αναδεικνύεται ως ένα πρωτίστως περιβαλλοντικό ζήτημα
και πλέον αντίστοιχα Υπουργεία Περιβάλλοντος ή Οργανισμοί Περιβαλλοντικοί
αναλαμβάνουν όλο και σπουδαιότερο ρόλο σε αυτόν τον τομέα
. Αξίζει να
μελετήσει κανείς σχετικά και το Πλαίσιο της Σεντάι για τη Μείωση του Κινδύνου
των Καταστροφών, το οποίο παρουσιάζει μια ολιστική προσέγγιση της μείωσης του
κινδύνου, μέσα από πολιτικές βιωσίμου αναπτύξεως: https://www.unisdr.org/we/coordinate/sendai-framework

Αυτό συμβαίνει, μεταξύ
άλλων, καθώς:

– αφ’ ενός εντείνεται το φαινόμενο
της κλιματικής αλλαγής, φαινόμενο περιβαλλοντικό, το οποίο είναι
γενεσιουργό πολλών φυσικών καταστροφών, άρα πρέπει να λάβουμε μέτρα
αντιμετώπισής του, αλλά και να καταστήσουμε τις κοινωνίες μας ανθεκτικές (resilient societies) προς τις φυσικές
καταστροφές μέσα από ένα περιβαλλοντικό – κλιματικό πρίσμα,

– αφ’ ετέρου οι φυσικές
καταστροφές έχουν τόσο την αιτία τους στην λανθασμένη διαχείριση των
φυσικών πόρων, π.χ. πλημμύρες από μη ορθή διαχείριση ποταμών και ρεμάτων, όσο
και παρουσιάζουν εκτεταμένες επιπτώσεις στους φυσικούς πόρους, π.χ. καμένες
δασικές εκτάσεις, απώλεια βιοποικιλότητας, άρα η διάσταση της περιβαλλοντικής
διαχείρισης διαδραματίζει σπουδαίο ρόλο,

– οι δε ανθρωπογενείς
καταστροφές συνδέουν επίσης ως επί το πλείστον την γενεσιουργό αιτία τους
με την λανθασμένη διαχείριση των φυσικών πόρων ή τη μη συμμόρφωση σε περιβαλλοντικά
πρότυπα, π.χ. εκρήξεις εργοστασίων λόγω χημικών ή πολεοδομικά ακατάλληλα
πρότυπα, έχουν δε εκτεταμένες επιπτώσεις στους φυσικούς πόρους, π.χ. εμπρησμός,
ρύπανση υδάτων, άρα και εν προκειμένω κρίσιμο στοιχείο για τη διαχείριση των
καταστροφών είναι η περιβαλλοντική εν ευρεία εννοία διαχείριση.

Επιπρόσθετα, η Διοίκηση,
μετά από μια φυσική ή ανθρωπογενή καταστροφή, έχει ενώπιόν της όχι μόνο μια ανθρωπιστική
κρίση (humanitarian
crisis)
στην οποία πρέπει να ανταποκριθεί, ή και την πρόκληση της ανασυγκρότησης του
αστικού, γεωργικού ή βιομηχανικού περιβάλλοντος, αλλά παράλληλα βρίσκεται ενώπιον
μιας  περιβαλλοντικής κρίσης (environmental crisis) η οποία απαιτεί και την αποκατάσταση
του φυσικού περιβάλλοντος. Η δε αποκατάσταση πρέπει να είναι περιβαλλοντικά
ορθή και βασισμένη σε πρότυπα βιωσιμότητας.

Συνεπώς τόσο η πρόληψη,
όσο και η ανταπόκριση και η αποκατάσταση πριν και μετά από μια φυσική ή ανθρωπογενή
καταστροφή επιβάλλει μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο στρατηγικό σχεδιασμό, μέτρα
πολιτικής και νομοθεσίας κυρίως περιβαλλοντικού χαρακτήρα εντός των προτύπων
της βιωσιμότητας. Για αυτούς τους λόγους, η
σύγχρονη διεθνής πρακτική, σύμφωνα, για παράδειγμα, και με τις συστάσεις του
Joint Unit του United Nations Environment Program / Office of Cooperation in Humanitarian Affairs, τείνει να εστιάζει στην πρόληψη,
την αντιμετώπιση και την ανασυγκρότηση των κατεστραμμένων περιοχών μέσα και από
το περιβαλλοντικό και όχι μόνο το ανθρωπιστικό πρίσμα
.
Συστήνει δε ολιστική αντιμετώπιση του ζητήματος, με έμφαση στην πρόληψη, και
δεν αρκείται στον αποτελεσματικό συντονισμό των κρατικών δυνάμεων την ώρα του
συμβάντος.

Οποιαδήποτε άλλη
προσέγγιση, όπως η προτεινόμενη από την παρούσα Κυβέρνηση, συγκρότηση ενός συντονιστικού
κατ’ ουσίαν οργάνου, όπως είναι η αναφερόμενη Εθνική  Υπηρεσία Διαχείρισης Εκτάκτων Αναγκών, είναι παρωχημένη,
μονομερής, εκ προοιμίου περιορισμένη ως προς την αποτελεσματικότητά της και
αναποτελεσματική. Δύναται δε η Εθνική Υπηρεσία να υφίσταται μόνο ως ένα όργανο εκτάκτου
ανάγκης, για τη διαχείριση κρίσεων, για την προετοιμασία για ανταπόκριση και τη
άμεση ανταπόκριση στην περίπτωση μιας φυσικής ή ανθρωπογενούς καταστροφής, δηλαδή
για περιορισμένο χρονικό διάστημα ημερών ή το πολύ εβδομάδων πριν και μετά από
μια καταστροφή. Δεν δύναται όμως αυτή να λειτουργήσει ως αποτελεσματικός θεσμός
πρόληψης και αποκατάστασης. Αποτελεί δε μια επανάληψη του ισχύοντος ως τώρα θεσμικού
πλαισίου και δεν συνιστά καμία απολύτως καινοτομία.  

Συνεπώς για να μπορέσει η
Ελλάδα, η οποία είναι μια χώρα ευάλωτη στις φυσικές καταστροφές, να
προστατευθεί αποτελεσματικά, θα πρέπει να συστήσουμε μια διευρυμένη Διεύθυνση ή
Γραμματεία Πρόληψης, Αντιμετώπισης και Ανασυγκρότησης από Φυσικές και
Ανθρωπογενείς Καταστροφέςη οποία θα
υπάγεται στο Υπουργείο Περιβάλλοντος.

Δρ. Διονυσία-Θεοδώρα Αυγερινοπούλου

Τ. Βουλευτής Ν. Ηλείας – Πρόεδρος της Επιτροπής
Περιβάλλοντος της Βουλής

Βραβευθείσα με το «Πράσινο Αστέρι» του ΟΗΕ για την
Πρόληψη, Αντιμετώπιση και Ανασυγκρότηση σε περιπτώσεις Φυσικών και ανθρωπογενών
Καταστροφών

Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Δικαίου, Επιστήμης
& Τεχνολογίας

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *
You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>